Στις αρχές του μηνός ταξίδεψα στην Αγγλία όπου παρέδωσα τέσσερις διαλέξεις στο τμήμα Εγκληματικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Νόρθαμπτον, στο οποίο εργάζομαι ως συνεργαζόμενος λέκτορας. Οι διαλέξεις κάλυπταν ένα φάσμα εγκληματικών φαινομένων, από τον φόνο και τα σεξουαλικά εγκλήματα μέχρι τις κατά συρροή ανθρωποκτονίες. Το τμήμα απαρτίζονταν εξ’ολοκλήρου από γυναίκες συναδέλφους, γεγονός που επηρέαζε συνειδητά και ασυνείδητα τα δυναμικά μίας παράδοσης, η οποία στόχευε στην κατανόηση της προσωπικότητας των δραστών εγκλημάτων, των οποίων θύματα είναι κατά βάση οι γυναίκες.
Σαφώς, η προσπάθεια κατανόησης της προσωπικότητας των δραστών που διαπράττουν τέτοια ειδεχθή εγκλήματα εγείρει πολύ έντονα συναισθήματα στον σπουδαστή της εγκληματικής ψυχολογίας. Η δε κλινική εργασία είναι άκρως εξουθενωτική και ιδιαίτερα απαιτητική: οι άνθρωποι με τους οποίους εργάζεται κανείς είναι δύσκολοι, εξαιρετικά ευάλωτοι και συνήθως αρκετά επιθετικοί.
Πέραν των σημαντικών δυσκολιών τους, ωστόσο, τόσο η μελέτη όσο και η κλινική εργασία με τους δράστες βίαιων και σεξουαλικών βίαιων εγκλημάτων είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς βαθαίνει την κατανόηση μας σε ένα πολύ σκοτεινό κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης, ένα κομμάτι που βρίσκεται σε όλους μας και συνεπώς είναι καλύτερα να ξέρουμε κάτι για αυτό. Αυτό εικάζω ότι εννοούσε και ο Πλάτωνας ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο καλός άνθρωπος πράττει στον ύπνο του, αυτό που ο κακός πράττει στην καθημερινή του ζωή.
Οι έννοιες του καλού και του κακού, ωστόσο, είναι έννοιες φιλοσοφικές και αντανακλούν ηθικές κρίσεις. Αποτελεί πεποίθηση μου ότι ένας θεραπευτής θα πρέπει να απομακρύνει τον εαυτό του από τις κρίσεις αυτές, οι οποίες του απαγορεύουν να αντιληφθεί τα πραγματικά δυναμικά του εγκλήματος. Αυτό δεν σημαίνει επ’ ουδενί ότι χρειάζεται ο κλινικός να απομακρυνθεί και από τα συναισθήματα που εγείρει η τριβή με το έγκλημα και τον εγκληματία. Οι συναισθηματικές αυτές αντιδράσεις (υπό την προϋπόθεση ότι κανείς μπορεί να διαχωρίσει τι είναι δικό του και τι του άλλου) είναι ίσως η βασιλική οδός, δανειζόμενος την φράση του Freud, που οδηγεί στην βαθύτερη αντίληψη του φαινομένου και της ψυχολογίας του δράστη.
Η κατανόηση της προσωπικότητας του δράστη ενός εγκλήματος εκτείνεται πέρα από το καλό και το κακό. Είναι δουλειά της κοινωνίας να μας προστατεύσει από τον ψυχοπαθητικό εγκληματία και παράλληλα δουλεία δική μας, ως θεραπευτές, να διεισδύσουμε στην άβυσσο της ψυχικής του πραγματικότητας, και να ψάξουμε να βρούμε αυτό που πολύ όμορφα περιέγραψε η Gullhaugen “the Hannibal behind the cannibal”.